Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταυτιστείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ταυτιστείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι
  2. θα ταυτιστείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ταυτίζομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταυτίζομαι