ταυτομέρεια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταυτομέρεια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tautomérie < αρχαία ελληνική ταὐτός + μέρος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταυτομέρεια θηλυκό
- (χημεία) φαινόμενο στο οποίο δύο ή περισσότερες ενώσεις βρίσκονται σε χημική ισορροπία και μετατρέπονται η μία στην άλλη με μετακίνηση ενός ατόμου (συνήθως υδρογόνου) και ανακατανομή των ηλεκτρονίων
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ταυτομέρεια
Πηγές
[επεξεργασία]- ταυτομέρεια - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)