ταυτόχρονος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταυτόχρονος < ελληνιστική κοινή ταὐτο- + χρόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ταυτόχρονος, -η, -ο

  1. που συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή ή περίοδο με κάτι άλλο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]