Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταφή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταφή οι ταφές
      γενική της ταφής των ταφών
    αιτιατική την ταφή τις ταφές
     κλητική ταφή ταφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταφή < αρχαία ελληνική ταφή

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taˈfi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταφή θηλυκό

  1. η τελετουργική τοποθέτηση ενός νεκρού στο χώμα
      Στην περιοχή του αρχαίου θεάτρου (αρ. 31 οικόπεδο) εντοπίστηκε μια ταφή σε πίθο (Πεπραγμένα Θ ́ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, 2006, σελ. 12)
    παράδειγμα  όλοι δάκρυσαν στην ταφή του αδικοχαμένου ηθοποιού
     συνώνυμα: ενταφιασμός
     αντώνυμα: εκταφή
  2. το να θάβεται κάτι
     συνώνυμα: θάψιμο
    η ταφή των απορριμάτων από το δήμο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταφή < θέμα ταφ- του ρήματος θάπτω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταφή θηλυκό

  1. θάψιμο
  2. τρόπος ταφής
  3. δαπάνη για την ταφή, έξοδα κηδείας