ταφή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ταφή | οι | ταφές |
| γενική | της | ταφής | των | ταφών |
| αιτιατική | την | ταφή | τις | ταφές |
| κλητική | ταφή | ταφές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταφή < αρχαία ελληνική ταφή
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταφή θηλυκό
- η τελετουργική τοποθέτηση ενός νεκρού στο χώμα
- το να θάβεται κάτι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] η τελετουργική τοποθέτηση ενός νεκρού στο χώμα
|
το να θάβεται κάτι
|
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταφή < θέμα ταφ- του ρήματος θάπτω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταφή θηλυκό
- θάψιμο
- τρόπος ταφής
- δαπάνη για την ταφή, έξοδα κηδείας
Πηγές
[επεξεργασία]- ταφή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ταφή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)