ταχινόπιττα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /taˈçi.no.pi.tta/ ή
- ΔΦΑ : /taˈʃi.no.pi.tta/ (κυρίως στην Κύπρο)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταχινόπιττα θηλυκό
- (ιδιωματικό) (κυπριακά και άλλες διάλεκτοι) η ταχινόπιτα