Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταχτεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ταχτεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τάζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
  3. θα ταχτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τάζομαι
      το κορίτσι θα ταχτεί καλόγρια (Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Τρία θαλασσινά ειδύλλια, Εκδόσεις Δόμος, 1985, σελ. 34)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ταχτεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τάσσομαι
      Τέλος κατά τα μεσάνυχτα πήγαν όλοι στη θέση που είχαν ταχτεί να υπερασπίσουν για να αναπαυτούν λίγο (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: έγχρωμη - εικονογραφημένη, Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, εκδόσεις Αλέξανδρος, 2001, σελ. 141)
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
  3. θα ταχτείς: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τάσσομαι