ταχτεί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]ταχτεί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τάζομαι
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
- θα ταχτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τάζομαι
- ※ το κορίτσι θα ταχτεί καλόγρια (Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Τρία θαλασσινά ειδύλλια, Εκδόσεις Δόμος, 1985, σελ. 34)
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]ταχτεί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τάσσομαι
- ※ Τέλος κατά τα μεσάνυχτα πήγαν όλοι στη θέση που είχαν ταχτεί να υπερασπίσουν για να αναπαυτούν λίγο (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: έγχρωμη - εικονογραφημένη, Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, εκδόσεις Αλέξανδρος, 2001, σελ. 141)
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τάσσομαι
- θα ταχτείς: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τάσσομαι