ταχυδρόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταχυδρόμος ταχυδρόμοι
γενική ταχυδρόμου ταχυδρόμων
αιτιατική ταχυδρόμο ταχυδρόμους
κλητική ταχυδρόμε ταχυδρόμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταχυδρόμος < ελληνιστική κοινή ταχυδρόμος (αυτός που τρέχει γρήγορα) < ταχύς + δρόμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταχυδρόμος αρσενικό

  1. ο υπάλληλος του ταχυδρομείου που παραδίδει την αλληλογραφία στους παραλήπτες στο σπίτι τους ή την έδρα τους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]