Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταχυκίνητων

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ταχυκίνητων αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο