ταχύς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ταχύς | η | ταχεία | το | ταχύ |
| γενική | του | ταχύ & ταχέος |
της | ταχείας | του | ταχέος |
| αιτιατική | τον | ταχύ | την | ταχεία | το | ταχύ |
| κλητική | ταχύ | ταχεία | ταχύ | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ταχείς | οι | ταχείες | τα | ταχέα |
| γενική | των | ταχέων | των | ταχειών | των | ταχέων |
| αιτιατική | τους | ταχείς | τις | ταχείες | τα | ταχέα |
| κλητική | ταχείς | ταχείες | ταχέα | |||
| Κατηγορία όπως «ευθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταχύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ταχύς
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /taˈçis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τα‐χύς
Επίθετο
[επεξεργασία]ταχύς, -εία, -ύ
- γρήγορος
- ※ Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
- ※ Έδειχνε την παράξενη γη τους, με τα τραχιά βουνά, τις ξηρές κοίτες των ποταμών που στέρευαν πριν φτάσουν στη θάλασσα, τις βαθιές βραχώδεις κοιλάδες, τις αλμυρές λίμνες, τις καταπράσινες οάσεις, τα χρυσαφένια αμμώδη κύματα της ερήμου που σήκωνε βουνά ο χαμσίν. (Στέλλα Σελήνη, Κόκκινη θάλασσα, εκδ. Ακακία, 2018)
Βαθμοί επιθέτου & επιρρήματος
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
ταχυ-
ταχυ-
όπως ενδεικτικά
→ δείτε και τις λέξεις ταχογράφος, ταχόμετρο και ταχύμετρο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ταχύς
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ταχῠ́ς | ἡ | ταχεῖᾰ | τὸ | ταχῠ́ |
| γενική | τοῦ | ταχέος | τῆς | ταχείᾱς | τοῦ | ταχέος |
| δοτική | τῷ | (ταχέϊ) ταχεῖ | τῇ | ταχείᾳ | τῷ | (ταχέϊ) ταχεῖ |
| αιτιατική | τὸν | ταχῠ́ν | τὴν | ταχεῖᾰν | τὸ | ταχῠ́ |
| κλητική ὦ! | ταχῠ́ | ταχεῖᾰ | ταχῠ́ | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | (ταχέες) ταχεῖς | αἱ | ταχεῖαι | τὰ | ταχέᾰ |
| γενική | τῶν | ταχέων | τῶν | ταχειῶν | τῶν | ταχέων |
| δοτική | τοῖς | ταχέσῐ(ν) | ταῖς | ταχείαις | τοῖς | ταχέσῐ(ν) |
| αιτιατική | τοὺς | ταχεῖς | τὰς | ταχείᾱς | τὰ | ταχέᾰ |
| κλητική ὦ! | (ταχέες) ταχεῖς | ταχεῖαι | ταχέᾰ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ταχέε (ταχεῖ) | τὼ | ταχείᾱ | τὼ | ταχέε (ταχεῖ) |
| γεν-δοτ | τοῖν | ταχέοιν | τοῖν | ταχείαιν | τοῖν | ταχέοιν |
| Οι ασυναίρετοι τύποι όπως στο παράδειγμα του Smyth. Ο συνηρημένος δυϊκός, όπως στο σχολικό βιβλίο (Οικονόμου). | ||||||
| 3η&1η κλίση, Κατηγορία 'βαθύς' όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταχύς < *θαχ-ύς (που μαρτυρείται από τον τύπο θάσσων), με ανομοίωση του αρχικού δασέος κατά τον Νόμο του Γκράσμαν (βλ. θρίξ/τριχός) < θέμα *θαχ- αγνώστου ετυμολογίας (< ίσως πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰngʰu-).[1]
- Παρά τις επιφανειακές ομοιότητες με τη λιθουανική déngti (τρέχω γρήγορα) και τη σανσκριτική daghnȯti (φθάνω), οι συνδέσεις αυτές έχουν απορριφθεί.[2]
Επίθετο
[επεξεργασία]ταχύς, -εῖα, -ύ, συγκριτικός : ταχύτερος/θάσσων ή θάττων, υπερθετικός : ταχύτατος/τάχιστος
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
ταχυ-
ταχυ-
- τάχα (επίρρημα: αμέσως, γρήγορα, αλλά και ίσως, πιθανότατα και ασφαλώς)
- ταχέως και ταχύ (επιρρήματα: γρήγορα, με συγκριτικό βαθμό θᾶσσον και θᾶττον)
- ταχινός (ταχύς)
- τάχος
- ταχύνοος, ταχύνους
- ταχύνω
- ταχύτης
- ταχυ- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα ταχυ- στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά
- Λέξεις ταχυ- @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Πηγές
[επεξεργασία]- ταχύς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ταχύς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ευθύς' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'βαθύς' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'βαθύς' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λιθουανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα σανσκριτικά (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)