ταύρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ταύρος, ταῦρος, Ταῦρος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ταύρος οι ταύροι
      γενική του ταύρου των ταύρων
    αιτιατική τον ταύρο τους ταύρους
     κλητική ταύρε ταύροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταύρος < αρχαία ελληνική (ταῦρος)
ταύρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταύρος αρσενικό

  1. (ζωολογία) θηλαστικό: αρσενικό βόδι, ικανό προς αναπαραγωγή
  2. (μεταφορικά) δυνατός άντρας
  3. (μεταφορικά) πολύ θυμωμένος
    «Ταύρος μαινόμενος εντός υαλοπωλείου» έγινε πάλι με τα καμώματα της πεθεράς του!!!

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

βόδι ταύρος αγελάδα μοσχάρι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]