Μετάβαση στο περιεχόμενο

τα κάνω θάλασσα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τα, κάνω, θάλασσα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τα κάνω θάλασσα  δείτε τις λέξεις τα, κάνω, θάλασσα και θαλασσώνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ta‿ˈka.no ˈθa.la.sa/

Έκφραση

[επεξεργασία]

τα κάνω θάλασσα, τα θαλασσώνω (προφορικό, συνήθως στον αόριστο)

  1. προκαλώ μεγάλη ζημιά
    παράδειγμα  Προσπάθησα να φτιάξω το αυτοκίνητο μόνος μου, αλλά τα θαλάσσωσα.
  2. κάνω πολλά λάθη
  3. (γενικότερα) έχω πολύ κακή επίδοση σε κάτι
    παράδειγμα  Είχε κολλήσει από το πολύ άγχος και έτσι τα έκανε θάλασσα στην εξέταση.
     συνώνυμα: αποτυγχάνω

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • θάλασσα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)