τα κάνω θάλασσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]τα κάνω θάλασσα, τα θαλασσώνω (προφορικό, συνήθως στον αόριστο)
- προκαλώ μεγάλη ζημιά
Προσπάθησα να φτιάξω το αυτοκίνητο μόνος μου, αλλά τα θαλάσσωσα.
- κάνω πολλά λάθη
- (γενικότερα) έχω πολύ κακή επίδοση σε κάτι
Είχε κολλήσει από το πολύ άγχος και έτσι τα έκανε θάλασσα στην εξέταση.- ≈ συνώνυμα: αποτυγχάνω
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- θάλασσα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)