τείχιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τείχιση < αρχαία ελληνική τείχισις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τείχιση θηλυκό

  1. η ενέργεια του τειχίζω, η ανέγερση τείχους


Μεταφράσεις[επεξεργασία]