τεζάχι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τεζάχι τεζάχια
γενική τεζαχιού τεζαχιών
αιτιατική τεζάχι τεζάχια
κλητική τεζάχι τεζάχια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεζάχι < τουρκική tezgâh < περσική دستگاه (dastgāh)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεζάχι ουδέτερο

  • δείτε τη λέξη: τεζάκι
    • Ἐν τῷ μεταξὺ δύο μοσχομάγκαι τοῦ δρόμου, ὁ Μιχάλης, ὁ υἱὸς τῆς Πεπεροῦς, δωδεκαετής, καὶ ὁ Ἀλέξης, ὁ κληρονόμος τῆς Βγενιῶς τῆς Ἀλαφίνας, δεκαετής, εἰσῆλθον σιγὰ-σιγά, ξυπόλυτοι, εἰς τὸ καπηλεῖον, καὶ ὁ μὲν Ἀλέξης ἐφύλαγε καραούλι εἰς τὴν θύραν, ὁ δὲ Μιχάλης ἔλαβε τὴν βοτίλιαν τῆς μαστίχας ἀπὸ τὸ τεζάχι, καὶ ἤρχισε νὰ πίνῃ ἡδονικῶς εἰς μεγάλας δόσεις. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Βαρδιάνος στα σπόρκα)
    • Ο καφετζής, στο τεζάχι, νύσταζε. (Άγγελος Τερζάκης, Δεσμώτες, 1932)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]