τεκμηρίωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τεκμηρίωση | οι | τεκμηριώσεις |
| γενική | της | τεκμηρίωσης* | των | τεκμηριώσεων |
| αιτιατική | την | τεκμηρίωση | τις | τεκμηριώσεις |
| κλητική | τεκμηρίωση | τεκμηριώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, τεκμηριώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τεκμηρίωση < ελληνιστική κοινή τεκμηρίωσις < αρχαία ελληνική τεκμηριόω / τεκμηριῶ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /te.kmiˈɾi.o.si/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τεκμηρίωση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τεκμηριώνω
- ※ επιθυμία της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ), ως επιστημονικού φορέα που ασχολείται κατεξοχήν με ειδικά ζητήματα Γλώσσας και Ορολογίας, ήταν η συμβολή της στον δημόσιο διάλογο για το ζήτημα της θηλυκοποίησης των επαγγελματικών ουσιαστικών στην ελληνική γλώσσα και την τεκμηρίωση των έμφυλων τύπων (Βουλευτής ή βουλεύτρια; Ο «χάρτης» της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας για τους θηλυκούς τύπους ουσιαστικών, ΤΟ ΒΗΜΑ, 09/02/2026 )
- (πληροφορική) οι οδηγίες χρήσης ενός λογισμικού (software) για τον απλό χρήστη ή και οι τεχνικές οδηγίες για τον εξειδικευμένο χρήστη
- (προγραμματισμός) τα σχόλια (comments) που γράφονται μαζί με τον κώδικα και εξηγούν την χρήση συναρτήσεων (functions), βιβλιοθηκών (libraries) και γενικότερα την λογική του κώδικα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τεκμηρίωση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Προγραμματισμός (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)