τεκμηριωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τεκμηριωμένος τεκμηριωμένη τεκμηριωμένο
γενική τεκμηριωμένου τεκμηριωμένης τεκμηριωμένου
αιτιατική τεκμηριωμένο τεκμηριωμένη τεκμηριωμένο
κλητική τεκμηριωμένε τεκμηριωμένη τεκμηριωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τεκμηριωμένοι τεκμηριωμένες τεκμηριωμένα
γενική τεκμηριωμένων τεκμηριωμένων τεκμηριωμένων
αιτιατική τεκμηριωμένους τεκμηριωμένες τεκμηριωμένα
κλητική τεκμηριωμένοι τεκμηριωμένες τεκμηριωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεκμηριωμένος, μετοχή παθ. παρακειμένου του τεκμηριώνομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

τεκμηριωμένος, -η, -ο

τεκμηριωμένη καταγγελία
τεκμηριωμένο επιχείρημα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]