τεκμηριώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεκμηριώνω < αρχαία ελληνική τεκμηριόω / τεκμηριῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɛ.kmi.ɾi.ˈɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τεκμηριώνω, παρατ.: τεκμηρίωνα, στιγμ. μέλλ.: θα τεκμηριώσω, αόρ.: τεκμηρίωσα, παθ.φωνή: τεκμηριώνομαι, μτχ.π.π.: τεκμηριωμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]