Μετάβαση στο περιεχόμενο

τεκνοποιήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τεκνοποιήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τεκνοποιώ
  3. θα τεκνοποιήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τεκνοποιώ