τεκτονική πλάκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τεκτονική πλάκα < → δείτε τις λέξεις τεκτονικός και πλάκα (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική tectonic plate)
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]τεκτονική πλάκα θηλυκό
- (γεωλογία, σεισμολογία) μεγάλο, στερεό τμήμα του εξωτερικού φλοιού της γης, που κινείται ως μια ενιαία μονάδα πάνω στον ημίρρευστο μανδύα της
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τεκτονική πλάκα
Κατηγορίες:
- Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γεωλογία (νέα ελληνικά)
- Σεισμολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)