τελατίνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τελατίνι τα τελατίνια
      γενική του τελατινιού των τελατινιών
    αιτιατική το τελατίνι τα τελατίνια
     κλητική τελατίνι τελατίνια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελατίνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική telatin < ρωσική телятина

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τελατίνι ουδέτερο

  • κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η λέξη χρησιμοποιείται σπάνια με την αρχική της σημασία. Κυρίως λέγεται στις παρακάτω εκφράσεις.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω κάποιον τελατίνι: δέρνω, ξυλοκοπώ
  • έχω γίνει τελατίνι: είμαι εξαντλημένος από την κούραση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]