τελεστήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελεστήριο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τελεστήριο

  • ο χώρος στον οποίο τελείται κάποιο μυστήριο

Αναφορές[επεξεργασία]

Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.