τελεσφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τελεσφόρος η τελεσφόρος
τελεσφόρα
το τελεσφόρο
      γενική του τελεσφόρου της τελεσφόρου
τελεσφόρας
του τελεσφόρου
    αιτιατική τον τελεσφόρο την τελεσφόρο
τελεσφόρα
το τελεσφόρο
     κλητική τελεσφόρε τελεσφόρε
τελεσφόρα
τελεσφόρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τελεσφόροι οι τελεσφόροι
τελεσφόρες
τα τελεσφόρα
      γενική των τελεσφόρων των τελεσφόρων των τελεσφόρων
    αιτιατική τους τελεσφόρους τις τελεσφόρους
τελεσφόρες
τα τελεσφόρα
     κλητική τελεσφόροι τελεσφόροι
τελεσφόρες
τελεσφόρα
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελεσφόρος < αρχαία ελληνική τελεσφόρος < τέλος (θέμα: τέλεσ-) + φέρω

Επίθετο[επεξεργασία]

τελεσφόρος, -α / -ος, -ο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]