Μετάβαση στο περιεχόμενο

τελευτάω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τελευτάω < τελευτ(ή) + -άω

τελευτάω

  1. τελειώνω, ολοκληρώνω
  2. πεθαίνω