τελευταίος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τελευταίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τελευταῖος < τελευτή < τέλος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /te.leˈfte.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τε‐λευ‐ταί‐ος
Επίθετο
[επεξεργασία]τελευταίος, -α, -ο
- που βρίσκεται στο τέλος μιας σειράς ή μιας ακολουθίας
- που αναφέρεται ή συνέβη στο κοντινό παρελθόν
τα τελευταία νέα για τον καιρό- ≈ συνώνυμα: πρόσφατος, φρέσκος
- ≠ αντώνυμα: προηγούμενος
- που βρίσκεται στο τέλος μιας αξιολογικής κλίμακας
- που έχει μικρή αξία ή σπουδαιότητα
- που αναφέρεται στο τέλος μιας σειράς
σήμερα διάβασα εφημερίδα, έγραψα ένα γράμμα και διόρθωσα ασκήσεις. Το τελευταίο με κούρασε πολύ
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παροιμίες
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στο τέλος μιας σειράς ή μιας ακολουθίας
|
στο κοντινό παρελθόν
|
→ δείτε τη λέξη πρόσφατος |
Πηγές
[επεξεργασία]- τελευταίος - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- τελευταίος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τελευταίος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)