τελμίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική τελμίς τελμῖνε τελμῖνες
Γενική τελμῖνος τελμίνοιν τελμίνων
Δοτική τελμῖνι τελμίνοιν τελμῖσι(ν)
Αιτιατική τελμῖνα τελμῖνε τελμῖνας
Κλητική τελμίς τελμῖνε τελμῖνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελμίς < τέλλω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τελμίς θηλυκό

  1. έκταση με λιμνάζοντα νερά, τέλμα, λίμνη, βάλτος, έλος...
  2. η λάσπη λιμνάζοντος ύδατος, η ιλύς, ο βόρβορος
  3. ο πηλός που χρησιμοποιείται από τους χτίστες, λάσπη, ἰλύς, ασβεστοκονία(μα)

Συνώνυμα[επεξεργασία]