τελωνείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τελωνείο τα τελωνεία
      γενική του τελωνείου των τελωνείων
    αιτιατική το τελωνείο τα τελωνεία
     κλητική τελωνείο τελωνεία
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελωνείο < ελληνιστική κοινή τελωνεῖον / τελώνιον < αρχαία ελληνική τελώνης < τέλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷel- (κινώ, στρίβω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τελωνείο ουδέτερο

  • (οικονομία) κρατική υπηρεσία, εγκατεστημένη συνήθως στα σημεία εισόδου σε μια χώρα, η οποία ελέγχει τα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα και επιβάλλει τους ανάλογους δασμούς (τέλη) καθώς και το κτήριο που αυτή στεγάζεται

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]