τελώνης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τελώνης τελώνες
γενική τελώνη τελωνών
αιτιατική τελώνη τελώνες
κλητική τελώνη τελώνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τελώνης < αρχαία ελληνική τελώνης < τέλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷel- (κινώ, στρίβω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τελώνης αρσενικό

  1. ο προϊστάμενος του τελωνείου
  2. (θρησκεία) ο αμαρτωλός που έχει μετανοήσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]