τεμαχίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /te.maˈçi.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τε‐μα‐χί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]τεμαχίζω
- κόβω ένα αντικείμενο σε τεμάχια
- ※ Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή, μας φέρανε ποσότητες από κρέατα. Ήταν, προφανώς, από κάποιο κρεοπωλείο. Βάλαμε, τότε, το νεαρό αρχιμάγειρα, τεμάχισε το κρέας σε μικρά κομμάτια κι αρχίσαμε να μοιράζουμε σουβλάκια. (Γιώργος Γάτος, Πολυτεχνείο'73, εκδ. Φιλιππότη, 2002, σελ. 232)
- ≈ συνώνυμα: κομματιάζω
- διαχωρίζω σε ξεχωριστά μέρη μια μεγάλη έκταση
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | τεμαχίζω | τεμάχιζα | θα τεμαχίζω | να τεμαχίζω | τεμαχίζοντας | |
| β' ενικ. | τεμαχίζεις | τεμάχιζες | θα τεμαχίζεις | να τεμαχίζεις | τεμάχιζε | |
| γ' ενικ. | τεμαχίζει | τεμάχιζε | θα τεμαχίζει | να τεμαχίζει | ||
| α' πληθ. | τεμαχίζουμε | τεμαχίζαμε | θα τεμαχίζουμε | να τεμαχίζουμε | ||
| β' πληθ. | τεμαχίζετε | τεμαχίζατε | θα τεμαχίζετε | να τεμαχίζετε | τεμαχίζετε | |
| γ' πληθ. | τεμαχίζουν(ε) | τεμάχιζαν τεμαχίζαν(ε) |
θα τεμαχίζουν(ε) | να τεμαχίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | τεμάχισα | θα τεμαχίσω | να τεμαχίσω | τεμαχίσει | ||
| β' ενικ. | τεμάχισες | θα τεμαχίσεις | να τεμαχίσεις | τεμάχισε | ||
| γ' ενικ. | τεμάχισε | θα τεμαχίσει | να τεμαχίσει | |||
| α' πληθ. | τεμαχίσαμε | θα τεμαχίσουμε | να τεμαχίσουμε | |||
| β' πληθ. | τεμαχίσατε | θα τεμαχίσετε | να τεμαχίσετε | τεμαχίστε | ||
| γ' πληθ. | τεμάχισαν τεμαχίσαν(ε) |
θα τεμαχίσουν(ε) | να τεμαχίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω τεμαχίσει | είχα τεμαχίσει | θα έχω τεμαχίσει | να έχω τεμαχίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις τεμαχίσει | είχες τεμαχίσει | θα έχεις τεμαχίσει | να έχεις τεμαχίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει τεμαχίσει | είχε τεμαχίσει | θα έχει τεμαχίσει | να έχει τεμαχίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε τεμαχίσει | είχαμε τεμαχίσει | θα έχουμε τεμαχίσει | να έχουμε τεμαχίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε τεμαχίσει | είχατε τεμαχίσει | θα έχετε τεμαχίσει | να έχετε τεμαχίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν τεμαχίσει | είχαν τεμαχίσει | θα έχουν τεμαχίσει | να έχουν τεμαχίσει |
| |