Μετάβαση στο περιεχόμενο

τεμαχίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεμαχίζω < τεμάχιο + -ίζω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /te.maˈçi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τεμαχίζω

τεμαχίζω

  1. κόβω ένα αντικείμενο σε τεμάχια
      Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή, μας φέρανε ποσότητες από κρέατα. Ήταν, προφανώς, από κάποιο κρεοπωλείο. Βάλαμε, τότε, το νεαρό αρχιμάγειρα, τεμάχισε το κρέας σε μικρά κομμάτια κι αρχίσαμε να μοιράζουμε σουβλάκια. (Γιώργος Γάτος, Πολυτεχνείο'73, εκδ. Φιλιππότη, 2002, σελ. 232)
     συνώνυμα: κομματιάζω
  2. διαχωρίζω σε ξεχωριστά μέρη μια μεγάλη έκταση

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]