τεμπέλης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | τεμπέλης | η | τεμπέλα | το | τεμπέλικο |
| γενική | του | τεμπέλη | της | τεμπέλας | του | τεμπέλικου |
| αιτιατική | τον | τεμπέλη | την | τεμπέλα | το | τεμπέλικο |
| κλητική | τεμπέλη | τεμπέλα | τεμπέλικο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | τεμπέληδες | οι | τεμπέλες | τα | τεμπέλικα |
| γενική | των | τεμπέληδων | — | των | τεμπέλικων | |
| αιτιατική | τους | τεμπέληδες | τις | τεμπέλες | τα | τεμπέλικα |
| κλητική | τεμπέληδες | τεμπέλες | τεμπέλικα | |||
| To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος. Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά. | ||||||
| Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /temˈbe.lis/
Επίθετο
[επεξεργασία]τεμπέλης, -α, -ικο
- αυτός που δε θέλει να κουράζεται ποτέ και αποφεύγει να κάνει οποιαδήποτε δουλειά
- ※ Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης. δεν μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς. πηγαίνουν μόνοι τους οι μουστερήδες! 'Αλλοτε ήρχετο κάπου κάπου να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανέναν, τον Ιώβ, τον Φάουστ.... τώρα ούτε καν καταδέχεται. Άσχημη δουλειά! (Χαράλαμπος Άννινος, Ο δεκάλογος εν ουρανοίς, 1920, στο Αττικαί ημέραι)
δεν κάνω τίποτε στο σπίτι, είμαι μεγάλος τεμπέλης
- αυτός που δε θέλει να εργαστεί
είναι ένας τεμπέλης και μισός: δεν έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή του
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τεμπέλης αρσενικό
- (ιδιωματισμός, μεταφορικά) ο παίκτης παρτίδας πρέφας που διαδοχικά δεν παίζει όταν έρχεται η σειρά του να μοιράσει τα φύλλα της τράπουλας (όποτε σε παρτίδα παίζουν τέσσερις παίκτες, αντί των κανονικών τριών)
- μοίρασε, είναι η σειρά σου να γίνεις ο τεμπέλης
- (προφορικό) στήριγμα του χεριού (αλλά και θήκη αντικειμένων) ανάμεσα στο κάθισμα του οδηγού και του συνοδηγού του αυτοκινήτου, το υποβραχιόνιο
κατά λάθος ξέχασα τα κλειδιά μου μέσα στον τεμπέλη- ※ Οι τεμπέληδες αυτοκινήτων βοηθούν στην πιο άνετη και ξεκούραστη οδηγική εμπειρία (από εμπορική ιστοσελίδα, ανακτήθηκε στις 3/9/2024)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επίθετο
ουσιαστικό (πρέφα)
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- τεμπέλης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τεμπέλης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ζηλιάρης' (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ιδιωματισμοί (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)