Μετάβαση στο περιεχόμενο

τεμπέλης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τεμπέλης η τεμπέλα το τεμπέλικο
      γενική του τεμπέλη της τεμπέλας του τεμπέλικου
    αιτιατική τον τεμπέλη την τεμπέλα το τεμπέλικο
     κλητική τεμπέλη τεμπέλα τεμπέλικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τεμπέληδες οι τεμπέλες τα τεμπέλικα
      γενική των τεμπέληδων των τεμπέλικων
    αιτιατική τους τεμπέληδες τις τεμπέλες τα τεμπέλικα
     κλητική τεμπέληδες τεμπέλες τεμπέλικα
To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος.
Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά.
Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεμπέλης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική تنبل (τουρκικά tembel < περσική تنبل (tambal, τεμπέλης, νωθρός)
Και ουσιαστικοποιημένο.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /temˈbe.lis/ και σε γρήγορο λόγο: /teˈbe.lis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τεμπέλης

Επίθετο

[επεξεργασία]

τεμπέλης, -α, -ικο

  1. που δε θέλει να κουράζεται ποτέ και αποφεύγει να κάνει οποιαδήποτε δουλειά
      Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης. δεν μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς. πηγαίνουν μόνοι τους οι μουστερήδες! 'Αλλοτε ήρχετο κάπου κάπου να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανέναν, τον Ιώβ, τον Φάουστ.... τώρα ούτε καν καταδέχεται. Άσχημη δουλειά!
    Χαράλαμπος Άννινος, Ο δεκάλογος εν ουρανοίς, 1920, στο Αττικαί ημέραι
  2. που δε θέλει να εργαστεί
    παράδειγμα  Eίναι ένας τεμπέλης και μισός: δεν έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή του.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τεμπέλης αρσενικό

  1. που είναι τεμπέλης - (θηλυκό τεμπέλα)
  2. (χαρτοπαίγνιο, μεταφορικά) ο παίκτης παρτίδας πρέφας που διαδοχικά δεν παίζει όταν έρχεται η σειρά του να μοιράσει τα φύλλα της τράπουλας (όποτε σε παρτίδα παίζουν τέσσερις παίκτες, αντί των κανονικών τριών)
    παράδειγμα  Μοίρασε! είναι η σειρά σου να γίνεις ο τεμπέλης.
     δείτε και τη λέξη μορ
  3. (προφορικό) στήριγμα του χεριού (αλλά και θήκη αντικειμένων) ανάμεσα στο κάθισμα του οδηγού και του συνοδηγού του αυτοκινήτου, το υποβραχιόνιο
    παράδειγμα  Κατά λάθος ξέχασα τα κλειδιά μου μέσα στον τεμπέλη.
      Οι τεμπέληδες αυτοκινήτων βοηθούν στην πιο άνετη και ξεκούραστη οδηγική εμπειρία (από εμπορική ιστοσελίδα, ανακτήθηκε στις 3/9/2024

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]