τεμπέλης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική τεμπέλης τεμπέλα τεμπέλικο
γενική τεμπέλη τεμπέλας τεμπέλικου
αιτιατική τεμπέλη τεμπέλα τεμπέλικο
κλητική τεμπέλη τεμπέλα τεμπέλικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τεμπέληδες τεμπέλες τεμπέλικα
γενική τεμπέληδων (τεμπέλων) τεμπέλικων
αιτιατική τεμπέληδες τεμπέλες τεμπέλικα
κλητική τεμπέληδες τεμπέλες τεμπέλικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τεμπέλης < τουρκική tembel < περσική تنبل (tambal: τεμπέλης, νωθρός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /tεm.ˈbε.lis/

Open book 01.svg Επίθετο

τεμπέλης, -α, -ικο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Open book 01.svg Ουσιαστικό

τεμπέλης αρσενικό (θηλυκό: τεμπέλα)

  1. τεμπέλης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακαμάτης, τεμπελόσκυλο, τεμπελχανάς
  2. (προφορικό) θήκη ή στερεωτής αντικειμένων (τροφίμων, tablet, κτλ.) στο αυτοκίνητο συνήθως κοντά στο χειρόφρενο

32πχ Μεταφράσεις