τεμπέλης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τεμπέλης η τεμπέλα το τεμπέλικο
      γενική του τεμπέλη της τεμπέλας του τεμπέλικου
    αιτιατική τον τεμπέλη την τεμπέλα το τεμπέλικο
     κλητική τεμπέλη τεμπέλα τεμπέλικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τεμπέληδες οι τεμπέλες τα τεμπέλικα
      γενική των τεμπέληδων των τεμπέλικων
    αιτιατική τους τεμπέληδες τις τεμπέλες τα τεμπέλικα
     κλητική τεμπέληδες τεμπέλες τεμπέλικα
Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

τεμπέλης < (άμεσο δάνειο) τουρκική tembel < περσική تنبل (tambal: τεμπέλης, νωθρός)

Προφορά

ΔΦΑ : /temˈbe.lis/

Επίθετο

τεμπέλης, -α, -ικο

  1. αυτός που δε θέλει να κουράζεται ποτέ και αποφεύγει να κάνει οποιαδήποτε δουλειά
    • δεν κάνω τίποτε στο σπίτι, είμαι μεγάλος τεμπέλης
  2. αυτός που δε θέλει να εργαστεί
    • είναι ένας τεμπέλης και μισός: δεν έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή του

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Παράγωγες λέξεις

Σύνθετα

Ουσιαστικό

τεμπέλης αρσενικό (θηλυκό: τεμπέλα)

  1. τεμπέλης
     συνώνυμα: ακαμάτης, τεμπελόσκυλο, τεμπελχανάς
  2. (ιδιωματικό) (μεταφορικά) ο παίκτης παρτίδας πρέφας που διαδοχικά δεν παίζει όταν έρχεται η σειρά του να μοιράσει τα φύλλα της τράπουλας (όποτε σε παρτίδα παίζουν τέσσερις παίκτες, αντί των κανονικών τριών)
    μοίρασε, είναι η σειρά σου να γίνεις ο τεμπέλης
  3. (προφορικό) θήκη αντικειμένων ανάμεσα στο κάθισμα του οδηγού και του συνοδηγού του αυτοκινήτου, το υποβραχιόνιο
    κατά λάθος ξέχασα τα κλειδιά μου μέσα στον τεμπέλη

Μεταφράσεις