τεμπελιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τεμπελιά | οι | τεμπελιές |
| γενική | της | τεμπελιάς | των | τεμπελιών |
| αιτιατική | την | τεμπελιά | τις | τεμπελιές |
| κλητική | τεμπελιά | τεμπελιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τεμπελιά < τεμπέλ(ης) + -ιά
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tem.beˈʎa/ και σε γρήγορο λόγο /te.beˈʎa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τε‐μπε‐λιά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τεμπελιά θηλυκό
- η ιδιότητα του τεμπέλη, η οκνηρία, η μόνιμη σχόλη, η απροθυμία να διεκπεραιώσει κάποιος οιαδήποτε υποχρέωση
- ※ Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι πως τα συμφέροντα, η τεμπελιά και η άγνοια με έριξαν στην ανθυγιεινή αγκαλιά της βιομηχανίας που έμελλε να με σκοτώσει αργά και ηδονικά. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάξης, 2024)
- ≈ συνώνυμα: οκνηρία (λόγιο)
- ≠ αντώνυμα: εργατικότητα, δραστηριότητα → δείτε και τις λέξεις προθυμία και φιλοπονία
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη τεμπέλης
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- → δείτε επίσης τις λέξεις ακηδία, απραξία, αργοσχολία, μαλθακότητα, νωθρότητα, νωχέλεια, ολιγωρία, ραθυμία, ραστώνη, τρυφηλότητα και φυγοπονία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)