τεμπελιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεμπελιάζω < τεμπέλ(ης) + -ιάζω[1] < τουρκική tembel < περσική تنبل (tambal: τεμπέλης, νωθρός)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τεμπελιάζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]