τεμπεσίρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τεμπεσίρι τα τεμπεσίρια
      γενική του τεμπεσιριού των τεμπεσιριών
    αιτιατική το τεμπεσίρι τα τεμπεσίρια
     κλητική τεμπεσίρι τεμπεσίρια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεμπεσίρι < τουρκική tebeşir (κιμωλία) < περσική تباشير (tabāşīr)

Από τα βερεσέδια που γράφανε με κιμωλία οι καφετζήδες στη μαύρη μικρή πλάκα.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεμπεσίρι ουδέτερο

  • η κιμωλία με την οποία ακονίζεται το κεφάλι της στέκας του μπιλιάρδου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]