τενίστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τενίστρια τενίστριες
γενική τενίστριας τενιστριών
αιτιατική τενίστρια τενίστριες
κλητική τενίστρια τενίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τενίστρια < τενίστας + κατάληξη θηλυκού -ίστρια < ιταλική tennista < αγγλική tennis < παλαιά γαλλικά tenez < tenir (κρατώ) < δημώδης λατινική *tenire < λατινική tenere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος teneo < πρωτοϊταλικά *tenēō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ten- (τείνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τενίστρια θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε τενίστας