τεντωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τεντωμένος τεντωμένη τεντωμένο
γενική τεντωμένου τεντωμένης τεντωμένου
αιτιατική τεντωμένο τεντωμένη τεντωμένο
κλητική τεντωμένε τεντωμένη τεντωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τεντωμένοι τεντωμένες τεντωμένα
γενική τεντωμένων τεντωμένων τεντωμένων
αιτιατική τεντωμένους τεντωμένες τεντωμένα
κλητική τεντωμένοι τεντωμένες τεντωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεντωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τεντώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

τεντωμένος, -η, -ο

  1. που έχει τεντωθεί
  2. (μεταφορικά) που διακατέχεται από ένταση ή άγχος, που δεν είναι χαλαρός ψυχικά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (βαδίζω) σε τεντωμένο σχοινί: κάνω κάτι ριψοκίνδυνο που απαιτεί πολύ λεπτούς χειρισμούς (μεταφορά από το βάδισμα του σχοινοβάτη)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]