τεντώνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεντώνομαι: παθητική φωνή του ρήματος τεντώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τεντώνομαι, πρτ.: τεντωνόμουν, στ.μέλλ.: θα τεντωθώ, αόρ.: τεντώθηκα, μτχ.π.π.: τεντωμένος

  1. με τεντώνουν
  2. τεντώνω τα άκρα μου (π.χ. για να ξεμουδιάσω)
    Τεντώθηκα για να μου φύγει το μούδιασμα. (Στρατής Τσίρκας, Αριάγνη)
    συνώνυμα: αποταυρίζομαι

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]