τερατοειδώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τερατοειδώς < μεσαιωνική ελληνική τερατοειδῶς[1] < αρχαία ελληνική τέρας + -ειδής < εἶδος
Επίρρημα
[επεξεργασία]τερατοειδώς
- (αρχαιοπρεπές) με τερατοειδή μορφή ήταν τρόπο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τερατοειδώς
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τερατοειδῶς - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Πηγές
[επεξεργασία]- τερατοειδώς - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)