τεριγιάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεριγιάκι < ιαπωνική 照り焼き, てりやき (teriyaki) (照り=λάμπω, 焼き=ψημένο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεριγιάκι ουδέτερο άκλιτο

  1. κρέας ή ψάρι, τηγανισμένο ή ψημένο σε μια γλυκιά σάλτσα από σόγια με μιρίν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]