τετμημένη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τετμημένη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τετμημένη θηλυκό

  • (μαθηματικά) η πρώτη παράμετρος σε καρτεσιανό σύστημα συντεταγμένων που δίνει την απόσταση από τον κατακόρυφο άξονα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

τετμημένη