τετράδιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τετράδιο τετράδια
γενική τετραδίου τετραδίων
αιτιατική τετράδιο τετράδια
κλητική τετράδιο τετράδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τετράδιο < μεταγενέστερη ελληνική τετράδιον < αρχαία ελληνική τετράς (: περγαμηνή διπλωμένη στα τέσσερα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɛ.ˈtɾa.ðʝɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τετράδιο ουδέτερο

  • σύνολο από συρραμμένα φύλλα χαρτιού (λευκά ή με τυπωμένες γραμμές) με προστατευτικό εξώφυλλο που χρησιμοποιούνται για γράψιμο, καταγραφή εμπορικών εργασιών κ.λπ.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]