τετραπετάλουδο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τετραπετάλουδο τετραπετάλουδα
γενική τετραπετάλουδου τετραπετάλουδων
αιτιατική τετραπετάλουδο τετραπετάλουδα
κλητική τετραπετάλουδο τετραπετάλουδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τετραπετάλουδο < τετρα- + πεταλούδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τετραπετάλουδο ουδέτερο,

  1. (τεχνολογία) μηχανικό εξάρτημα ελέγχου εισαγωγής αέρα τετρακύλινδρων μηχανών με το οποίο αυξάνονται οι εργοστασιακές επιδόσεις τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]