Μετάβαση στο περιεχόμενο

τετραπλασιαστεί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τετραπλασιαστεί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τετραπλασιάζομαι
  3. θα τετραπλασιαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τετραπλασιάζομαι