τετραφθοριωμένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή μετοχής[επεξεργασία]

τετραφθοριωμένο

  1. τετραφθοριωμένος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του τετραφθοριωμένος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού