τετραχηλισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τετραχηλισμένος < ελληνιστική κοινή τετραχηλισμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τραχηλίζω < αρχαία ελληνική τράχηλος
Επίθετο
[επεξεργασία]τετραχηλισμένος
- (αρχαιοπρεπές) ξεσκεπασμένος, ακάλυπτος, φανερωμένος, ανοιγμένος
- ※ Καὶ ὁ μπαρμπα–Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κʼ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο έρωτας στα χιόνια, 1896)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τετραχηλισμένος
|
Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)