τετραώδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τετραώδιο τετραώδια
γενική τετραωδίου
& τετραώδιου
τετραωδίων
& τετραώδιων
αιτιατική τετραώδιο τετραώδια
κλητική τετραώδιο τετραώδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τετραώδιο < τετρα- + ωδή + -ιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τετραώδιο ουδέτερο, (λόγιο) τετραώδιον

  1. (θρησκεία): εκκλησιαστικός ύμνος που φέρει τέσσερις ωδές

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]