Μετάβαση στο περιεχόμενο

τεχνίτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τεχνητός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τεχνίτης οι τεχνίτες
      γενική του τεχνίτη των τεχνιτών
    αιτιατική τον τεχνίτη τους τεχνίτες
     κλητική τεχνίτη τεχνίτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεχνίτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τεχνίτης. Συγχρονικά αναλύεται σε τέχν(η) + -ίτης[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /teˈxni.tis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τεχνίτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τεχνίτης αρσενικό (θηλυκό: τεχνίτρα και τεχνίτρια)

  1. (επάγγελμα) ο επαγγελματίας που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση
    παράδειγμα  Θα φωνάξω τον τεχνίτη για το βάψιμο του σπιτιού.
  2. (μεταφορικά ή ειρωνικό) αυτός που είναι εξαιρετικά επιδέξιος σε κάτι
    παράδειγμα  Μεγάλος τεχνίτης του λόγου, τεχνίτης στην απάτη.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. τεχνίτης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. τεχνίτης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  • τεχνίτης -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τεχνίτης οἱ τεχνῖται
      γενική τοῦ τεχνίτου τῶν τεχνιτῶν
      δοτική τῷ τεχνίτ τοῖς τεχνίταις
    αιτιατική τὸν τεχνίτην τοὺς τεχνίτας
     κλητική ! τεχνῖτα τεχνῖται
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεχνίτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τεχνίτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τεχνίτης, -ου αρσενικό (θηλυκό τεχνίτρια)

  1. (επάγγελμα) μάστορας, τεχνίτης
      10ος/11ος αιώνας Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Theologica , @catholiclibrary.org
    Καί καθάπερ τά ἐργαλεῖα δίχα τεχνίτου καί ὁ τεχνίτης δίχα ἐργαλείων ἐνεργεῖν τι οὐ δύναται, οὕτως οὐδέ ἡ πίστις δίχα τῆς τῶν ἐντολῶν ἐκπληρώσεως, οὐδέ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἐντολῶν δίχα πίστεως ἀνανεοῖ καθόλου καί ἀναπλάττει ἡμᾶς ἤ ἀπό παλαιῶν καινούς ἡμᾶς ἀπεργάζεται.
      12ος αιώνας Πτωχοπρόδρομος, ανωνύμου, (τέσσερα επαιτικά ποιήματα), Ποίημα Γ', στίχ. 414 @anemi.lib.uoc.gr
    Ἔδε ἰατρὸς πανάριστος, ἔδε λαμπρὸς τεχνίτης·
    D. C. Hesseling & Hubert Pernot (επιμ.), Poèmes prodromiques en grec vulgaire [Verhandelingender Koninklijke Akademie van Wetenschappen te Amsterdam, Afdeeling Letterkunde, Nieuwe Reeks, Deel XI, No 1], Johanes Müller, Amsterdam 1910.
      12ος αιώνας Πτωχοπρόδρομος, ανωνύμου, (τέσσερα επαιτικά ποιήματα), Ποίημα Δ', στίχ. 95 (95-96) @anemi.lib.uoc.gr
    καὶ παρευθὺς νὰ μʼ ἔκραξεν· „δεῦρο, τεχνῖτα, δεῦρο,
    νά, κέντησον τὸ ῥοῦχον μου καὶ ἔπαρʼ τὸ ῥαπτικόν σου.“
    D. C. Hesseling & Hubert Pernot (επιμ.), Poèmes prodromiques en grec vulgaire [Verhandelingender Koninklijke Akademie van Wetenschappen te Amsterdam, Afdeeling Letterkunde, Nieuwe Reeks, Deel XI, No 1], Johanes Müller, Amsterdam 1910.
  2. ειδήμων, έμπειρος, επιδέξιος
      16ος/17ος αιώνας Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Δ' στίχ. 1695 (1695-1697) σελ. 279 Νικόλαος Γλυκύς, Εν Βενετία: Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, 1813 / σελ. 234, Εν Βενετία: Εκ του τυπογραφείου του Αγίου Γεωργίου, 1860.
    Ἄριστος, ποὖτον γλίγωρος, κεἰς τʼ ἅρματα τεχνίτης,
    Σὰν εἶδε κʼ ἐκατέβαινε πρὸς τὴν μερὰν τῆς μήτης,
    Ἤβαλε τὸ σκουτάρι του, διὰ νὰ τὴν βλεπήσῃ,
  3. πανούργος, ραδιούργος
     συνώνυμα: τεχναστής

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τεχνίτης οἱ τεχνῖται
      γενική τοῦ τεχνίτου τῶν τεχνιτῶν
      δοτική τῷ τεχνίτ τοῖς τεχνίταις
    αιτιατική τὸν τεχνίτην τοὺς τεχνίτᾱς
     κλητική ! τεχνῖτ τεχνῖται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τεχνίτ
γεν-δοτ τοῖν  τεχνίταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεχνίτης < τέχν(η) + -ίτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τεχνίτης, -ου [ῑ] αρσενικό (θηλυκό τεχνῖτις)

  1. (επάγγελμα) τεχνίτης, μάστορας
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, 1, 1097b
    ὥσπερ γὰρ αὐλητῇ καὶ ἀγαλματοποιῷ καὶ παντὶ τεχνίτῃ, καὶ ὅλως ὧν ἔστιν ἔργον τι καὶ πρᾶξις, ἐν τῷ ἔργῳ δοκεῖ τἀγαθὸν εἶναι καὶ τὸ εὖ, οὕτω δόξειεν ἂν καὶ ἀνθρώπῳ, εἴπερ ἔστι τι ἔργον αὐτοῦ.
    Όπως δηλαδή στην περίπτωση του αυλητή, του γλύπτη, του κάθε τεχνίτη, γενικά σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κάποιο έργο και κάποια πράξη, το αγαθό και το τέλειο ενυπάρχει, κατά την αντίληψη όλων, σ᾽ αυτό το έργο, το ίδιο θα πρέπει να γίνει αποδεκτό και για τον άνθρωπο, αν φυσικά είναι αλήθεια ότι έχει και ο άνθρωπος το δικό του έργο.
    Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Οἰκονομικός, 15.11
    καὶ γὰρ δὴ οἱ μὲν ἄλλοι τεχνῖται ἀποκρύπτονταί πως τὰ ἐπικαιριώτατα ἧς ἕκαστος ἔχει τέχνης, τῶν δὲ γεωργῶν ὁ κάλλιστα μὲν φυτεύων μάλιστ᾽ ἂν ἥδοιτο, εἴ τις αὐτὸν θεῷτο, ὁ κάλλιστα δὲ σπείρων ὡσαύτως· ὅ τι δὲ ἔροιο τῶν καλῶς πεποιημένων, οὐδὲν ὅ τι ἄν σε ἀποκρύψαιτο ὅπως ἐποίησεν.
    Και κάτι ακόμη, οι άλλοι τεχνίτες αποκρύπτουν κάπως τα μυστικά της τέχνης που ο καθένας κατέχει, ενώ αυτός από τους γεωργούς που φυτεύει με τον πιο ωραίο τρόπο θα ευχαριστιόταν αφάνταστα, εάν κάποιος τον έβλεπε, και αυτός που σπέρνει ωραία, το ίδιο. Ακόμη, ό,τι τυχόν τον ρωτούσες από όσα έχει εκτελέσει με επιτυχία, τίποτε δεν θα μπορούσε να σου κρύψει από τον τρόπο με τον οποίο τα έκαμε.
    Μετάφραση (2007): Έφη Δημητριάδου-Τουφεξή. Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr
  2. επιδέξιος, έμπειρος σε κάτι
      4ος πκε αιώνας Αἰσχίνης, Κατὰ Κτησιφῶντος, 200
    ὅταν δ᾽ ὑπερπηδήσας τὴν δικαίαν ἀπολογίαν παρακαλῇς κακοῦργον ἄνθρωπον καὶ τεχνίτην λόγων, κλέπτεις τὴν ἀκρόασιν, βλάπτεις τὴν πόλιν, καταλύεις τὴν δημοκρατίαν.
    Όταν όμως παρακάμπτεις τον σωστό τρόπο απολογίας και καλείς για συνήγορο έναν κακούργο άνθρωπο και τεχνίτη του λόγου, τότε εξαπατάς τους ακροατές, βλάπτεις την πόλη, καταλύεις τη δημοκρατία.
    Μετάφραση (2012): Αθανάσιος Ι. Γιαγκόπουλος, Θεσσαλονίκη:Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greeklanguage.gr
     αντώνυμα: ἄτεχνος, ἰδιώτης
  3. (ελληνιστική σημασία) ραδιούργος, πανούργος
      2ος κε αιώνας Λουκιανός, 55, 13 Περὶ τῆς Περεγρίνου τελευτῆς (De morte Peregrini) @wikisource @scaife.perseus
    ἢν τοίνυν παρέλθῃ τις εἰς αὐτοὺς γόης καὶ τεχνίτης ἄνθρωπος καὶ πράγμασιν χρῆσθαι δυνάμενος, αὐτίκα μάλα πλούσιος ἐν βραχεῖ ἐγένετο ἰδιώταις ἀνθρώποις ἐγχανών.
    Αν επομένως ανάμεσά τους κάποιος αγύρτης κι επιτήδειος, ικανός να επωφελείται από τις περιστάσεις, μπορεί πολύ γρήγορα να γίνει πλούσιος εξαπατώντας απλοϊκούς ανθρώπους.
    Μετάφραση παραθέματος: Φιλολογική ομάδα Κάκτου.

Συγγενικά

[επεξεργασία]