τεχνίτρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τεχνίτρα | οι | τεχνίτρες |
| γενική | της | τεχνίτρας | — | |
| αιτιατική | την | τεχνίτρα | τις | τεχνίτρες |
| κλητική | τεχνίτρα | τεχνίτρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τεχνίτρα θηλυκό
- (επάγγελμα) η επαγγελματίας που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση
- (μεταφορικά ή ειρωνικό) αυτή που είναι εξαιρετικά επιδέξια σε κάτι
- (επάγγελμα) θηλυκό του τεχνίτης
- ※ Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τεχνίτρα
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τρα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)