τεχνηέντως

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεχνηέντως < αρχαία ελληνική τεχνηέντως < τεχνήεις

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

τεχνηέντως

  1. (συνήθως μειωτικά ή ειρωνικά) με επιδέξιο τρόπο, έντεχνα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]