τεχνική εκπαίδευση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τεχνική εκπαίδευση < → δείτε τις λέξεις τεχνικός και εκπαίδευση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τεχνική εκπαίδευση θηλυκό
- (εκπαίδευση) σύστημα διδασκαλίας που επικεντρώνεται στην απόκτηση πρακτικών δεξιοτήτων και τεχνογνωσίας σε συγκεκριμένα επαγγελματικά πεδία