τεχνικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική τεχνικός τεχνική τεχνικό
γενική τεχνικού τεχνικής τεχνικού
αιτιατική τεχνικό τεχνική τεχνικό
κλητική τεχνικέ τεχνική τεχνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τεχνικοί τεχνικές τεχνικά
γενική τεχνικών τεχνικών τεχνικών
αιτιατική τεχνικούς τεχνικές τεχνικά
κλητική τεχνικοί τεχνικές τεχνικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεχνικός < τέχνη + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τεχνικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με μία (εφαρμοσμένη) τέχνη
    τεχνική επιδεξιότητα
    τεχνικό εγχειρίδιο
    τεχνικό σχολείο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεχνικός αρσενικό

  1. άτομο ειδικό στις πρακτικές εφαρμογές μιας επιστήμης
  2. τεχνίτης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]