τεχνοκράτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τεχνοκράτης τεχνοκράτες
γενική τεχνοκράτη τεχνοκρατών
αιτιατική τεχνοκράτη τεχνοκράτες
κλητική τεχνοκράτη τεχνοκράτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεχνοκράτης < τέχνη + -κράτης (< κρατώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɛ.xnɔ.ˈkɾa.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεχνοκράτης αρσενικό

  • στέλεχος του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα με ανώτατη κατάρτιση και εμπειρία σε συγκεκριμένο τεχνικό τομέα
  • που ασκεί το λειτούργημά του με βάση τη μελέτη κυρίως των αντικειμενικών δεδομένων και των οικονομικών μηχανισμών χωρίς να λαμβάνεται και τόσο υπόψη ο ανθρώπινος παράγων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]