τεχνοκρατία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τεχνοκρατία τεχνοκρατίες
γενική τεχνοκρατίας τεχνοκρατιών
αιτιατική τεχνοκρατία τεχνοκρατίες
κλητική τεχνοκρατία τεχνοκρατίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεχνοκρατία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεχνοκρατία θηλυκό

  1. ένα σύστημα διακυβέρνησης, όπου εκείνοι που έχουν τις γνώσεις, την εμπειρία και τις δεξιότητες συνθέτουν τη δημόσια διοίκηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]